Λουτρά Πόζαρ

Τελευταία Νέα:

Ιός Δυτικού Νείλου: Στα 157 τα περιστατικά μόλυνσης στην Ελλάδα μέσα στο 2026, στους 13 οι θάνατοι


Τα επιδημιολογικά στοιχεία από τον ΕΟΔΥ μέχρι τις 19 Αυγούστου 2026 δείχνουν αυξημένη κυκλοφορία του ιού του Δυτικού Νείλου, με 157 περιστατικά από την αρχή του έτους, ενώ κατά τη διάρκεια της τελευταίας εβδομάδας διαγνώσθηκαν/ δηλώθηκαν 47 νέα κρούσματα.

Από αυτά, τα 116 παρουσίασαν εκδηλώσεις από το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ, εγκεφαλίτιδα ή/και μηνιγγίτιδα ή/και χαλαρή παράλυση). 13 θάνατοι καταγράφηκαν με λοίμωξη από τον ιό και εκδηλώσεις από το ΚΝΣ, ηλικίας άνω των 65 ετών (διάμεση ηλικία θανόντων 82 έτη με εύρος τα 66-91 έτη), ενώ η διάμεση ηλικία των ασθενών με εκδηλώσεις από το ΚΝΣ είναι τα 74 έτη (εύρος 19-91 ετών).

Τα αποτελέσματα οροεπιδημιολογικής μελέτης που είχε διεξαχθεί το 2010 δείχνουν ότι σε κάθε 1 κρούσμα λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου με προσβολή του ΚΝΣ αντιστοιχούν περίπου 140 μολυνθέντες από τον ιό (με ήπια συμπτωματολογία ή ασυμπτωματικοί), και αντίστοιχα η βιβλιογραφία αναφέρει 1 κρούσμα λοίμωξης με νευροδυεισδυτική νόσο ως προς 100-150 μολυνθέντες από τον ιό.

Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, οι Δήμοι με τους μεγαλύτερους απόλυτους αριθμούς δηλωθέντων εγχώριων περιστατικών με λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου (επηρεαζόμενοι Δήμοι) και εκδηλώσεις από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ) μέχρι σήμερα, είναι: Σπάτων- Αρτέμιδος 14, Μαρκοπούλου- Μεσογαίας 11, Λαρισαίων 8, Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης 7 και Αγίας Παρασκευής 6.

Σύμφωνα με το ECDC, ο ιός του Δυτικού Νείλου κυκλοφορεί σε 9 Ευρωπαϊκές χώρες, περιλαμβανόμενων των Βαλκανικών χωρών, όπως και κυρίως στην Ιταλία, αλλά και σε Ισπανία, Γαλλία και Γερμανία. Ο ιός του Δυτικού Νείλου απασχολεί και τα διεθνή, έγκριτα επιστημονικά περιοδικά που έχουν τους τελευταίους μήνες δημοσιεύσει αρκετά σχετικά άρθρα. Το γενικό μήνυμα είναι ότι ο ιός αυτός αντιμετωπίζεται πλέον ως αυξανόμενη και γεωγραφικά επεκτεινόμενη απειλή στην Ευρώπη, με σημαντικό ρόλο τον συσχετισμό του κλίματος και του αστικού περιβάλλοντος.

Επιπλέον:

1. Από την ανάλυση δεδομένων για το Βερολίνο (Nature, 2026), φαίνεται ότι μέσα στην ίδια πόλη ο κίνδυνος δεν είναι ομοιόμορφος. Η βλάστηση, τα σημεία συγκέντρωσης νερού, η βιοποικιλότητα των πτηνών και οι τοπικές συνθήκες μπορούν να δημιουργούν μικρές «εστίες» αυξημένης μετάδοσης. Οι κατοικημένες περιοχές και τα νεκροταφεία παρουσίαζαν τα υψηλότερα ποσοστά μόλυνσης των κουνουπιών με ιό του Δυτικού Νείλου. Αντίθετα, οι φυσικές προστατευόμενες περιοχές και οι περιοχές τύπου “sponge city” — δηλαδή αστικές περιοχές σχεδιασμένες ώστε να απορροφούν και να διαχειρίζονται καλύτερα το νερό της βροχής — είχαν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά μόλυνσης. 

2. Από την ανάλυση δεδομένων για το Παρίσι (JAMA, 2026) φαίνεται ότι 2025 εμφανίστηκαν για πρώτη φορά αυτόχθονα περιστατικά στην περιοχή του Παρισιού. Η γονιδιωματική επιδημιολογία και ανάλυση έδειξε ότι όλα τα δείγματα που εξετάστηκαν στη Γαλλία ανήκαν στη γενεαλογική γραμμή 2 (WNV lineage 2) και ότι η επέκταση του ιού πιθανόν οφείλεται τόσο σε τοπική διατήρησή του όσο και σε μετακινήσεις του μεταξύ περιοχών. Οι συγγραφείς χαρακτηρίζουν τον ιό αυξανόμενη απειλή για τη δημόσια υγεία στην Ευρώπη. 

3. Σε αντίστοιχες δημοσιεύσεις για την Ολλανδία (Nature, 2026)  βρέθηκαν αντισώματα σε άγρια σαρκοφάγα ως προς τον ιό αυτό. Αυτό προσθέτει στοιχεία ότι η οικολογία του ιού στην Ευρώπη είναι ευρύτερη από τον κλασικό κύκλο «πτηνό→κουνούπι→πτηνό». Και επίσης επιβεβαιώθηκε ότι οι αλλαγές χρήσεων γης, η κατανομή κουνουπιών και ξενιστών μαζί με την θερμοκρασία μπορούν να μεταβάλλουν σημαντικά τόσο τον κίνδυνο όσο και την ένταση μελλοντικών εξάρσεων. 

4. Δημοσίευση για το Βέλγιο (Eurosurveillance, 2026) δείχνει ότι το 2025 για πρώτη φορά ανιχνεύτηκε ο ιός μέσω προγράμματος επιτήρησης άγριων πτηνών. Αντίστοιχα για την Ουγγαρία (Eurosurveillance, 2026) φαίνεται ότι η χώρα αυτή να λειτουργεί ως κεντρική πηγή γενετικής διαφοροποίησης και διασποράς του ιού στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη. Στη Γερμανία (Nature Scientific Reports, 2026) με τη μελέτη αυτή παρουσιάζεται η δυνατότητα του μολυσμένου θηλυκού κουνουπιού να μεταδώσει τον ιό στους απογόνους του. Αυτό έχει και μεγάλη σημασία για την πιθανότητα τοπικής διατήρησης, αντί να απαιτείται κάθε έτος νέα εισαγωγή στην περιοχή.

5. Μόλις τώρα τον Αύγουστο δημοσιεύθηκε στο Nature Scientific Reports άρθρο για την Ευρωπαϊκή επέκταση του ιού του Δυτικού Νείλου, όπου ο γενετικός κλάδος 2 χρειαζόταν χαμηλότερη μολυσματική δόση για να μολύνει τα κουνούπια και παράλληλα προκαλούσε υψηλότερη μετάδοση του ιού, συγκριτικά με τον γενετικό κλάδο 1. Αυτό μπορεί να βοηθήσει μερικώς να εξηγηθεί γιατί ο κλάδος 2 έχει καταφέρει να εγκατασταθεί και να εξαπλωθεί τόσο αποτελεσματικά σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Τα αποτελέσματα αυτά αναδεικνύουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των γενεαλογικών γραμμών του ιού του Δυτικού Νείλου και βελτιώνουν την κατανόησή μας σχετικά με το πώς η μετάδοση του ιού εξαρτάται από την αρχική ιική δόση. Επομένως, μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ακριβέστερων εκτιμήσεων κινδύνου για τον ιό του Δυτικού Νείλου στην Ευρώπη.

Τέλος έχουμε πολύ ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις ειδικά από την Ελλάδα σε πολύ έγκριτα περιοδικά. Η πρόσφατη μελέτη στο Communications Biology του Nature Portfolio (2025) αξιολόγησε για τρία χρόνια το ολοκληρωμένο πρόγραμμα καταπολέμησης κουνουπιών στην Αττική (2021-2023). Διαπίστωσε ότι οι παρεμβάσεις μείωσαν σημαντικά τους πληθυσμούς του Culex pipiens, δηλαδή ακριβώς του κουνουπιού που μας ενδιαφέρει περισσότερο για τον Δυτικό Νείλο. Το πολύ σημαντικό και αρνητικό σημείο που ανιχνεύτηκε όμως το 2022 και παρουσιάστηκε στη μελέτη είναι η ύπαρξη ενεργών κουνουπιών κατά τη διάρκεια όλου του χειμώνα. Παράλληλα, μελέτη στο περιοδικό Nature (2025) ειδικά από την Θεσσαλία, έδειξε ότι μετά τις πλημμύρες Daniel αυξήθηκε κατά πολύ ο πληθυσμός των κουνουπιών Culex, αλλά δεν αυξήθηκε η κυκλοφορία του ιού του Δυτικού Νείλου. Όλα αυτά τα στοιχεία καταδεικνύουν τόσο την πολυπλοκότητα πρόληψης και αντιμετώπισης όλων αυτών των συσχετισμών για την αποτελεσματική μείωση των περιστατικών του ιού του Δυτικού Νείλου στη χώρα μας, όσο και ότι σταδιακά επεκτείνεται σε όλη την Ευρωπαϊκή ήπειρο, αποτελώντας άλλο ένα θέμα δημόσιας υγείας προς συλλογική αντιμετώπιση.