Λουτρά Πόζαρ

Τελευταία Νέα:

Νέος KOK: Από τα 150 ευρώ μπορεί να φτάσεις μέχρι και στη φυλακή


Ενα περιστατικό με 72χρονο, ο οποίος φέρεται να μην συμμορφώθηκε σε σήμα αστυνομικών για έλεγχο και θα κληθεί να δώσει εξηγήσεις ενώπιον της Δικαιοσύνης, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα.

Τι προβλέπει ο νόμος όταν ένας οδηγός αγνοεί υπόδειξη της Τροχαίας για στάση; Ποιες είναι οι διοικητικές και ποινικές συνέπειες;

Το σήμα ενός τροχονόμου προς έναν οδηγό να σταματήσει δεν αποτελεί σύσταση, ούτε αφήνει περιθώριο επιλογής. Είναι εντολή με την οποία ο οδηγός υποχρεούται να συμμορφωθεί άμεσα. Και όποιος αποφασίσει να την αγνοήσει, πατώντας γκάζι και επιχειρώντας να απομακρυνθεί, μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να μετατρέψει μία παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας σε σοβαρή ποινική υπόθεση.

Ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, ο Ν. 5209/2025, είναι σαφής ως προς τις υποδείξεις των τροχονόμων. Οι χρήστες του δρόμου οφείλουν να συμμορφώνονται αμέσως με τα σήματα και τις εντολές τους. Μάλιστα, οι υποδείξεις του τροχονόμου υπερισχύουν των φωτεινών σηματοδοτών, των πινακίδων σήμανσης, των διαγραμμίσεων αλλά και των γενικών κανόνων κυκλοφορίας.

Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι ακόμη και αν ο φωτεινός σηματοδότης είναι πράσινος, εφόσον ο τροχονόμος δίνει εντολή στον οδηγό να σταματήσει, ο οδηγός σταματά.

Το πρώτο «χτύπημα»: 150 ευρώ και δίπλωμα για 20 ημέρες

Η μη συμμόρφωση με τις υποδείξεις και τα σήματα των τροχονόμων επισύρει διοικητικό πρόστιμο 150 ευρώ, ενώ προβλέπεται και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 20 ημέρες. Αυτό, όμως, είναι ουσιαστικά μόνο η αρχή. Είναι η κύρωση για την παράβαση του ΚΟΚ όταν το περιστατικό παραμένει σε αυτό το επίπεδο.

Το πρόβλημα για τον οδηγό ξεκινά όταν, αντί να σταματήσει, αποφασίζει να διαφύγει.

Από εκείνη τη στιγμή δημιουργείται ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό. Η Αστυνομία μπορεί να ακολουθήσει το όχημα, ενώ κάθε νέα παράβαση που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της φυγής καταγράφεται και αξιολογείται ξεχωριστά.

Έτσι, ένα αρχικό πρόστιμο 150 ευρώ μπορεί πολύ γρήγορα να μετατραπεί σε πολλαπλές σοβαρές παραβάσεις αλλά και σε ποινική δικογραφία.

Ένα από τα συνηθέστερα φαινόμενα κατά τη διάρκεια μιας καταδίωξης είναι η παραβίαση φωτεινών σηματοδοτών. Με τον νέο ΚΟΚ η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη τιμωρείται με πρόστιμο 700 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 60 ημέρες.

Και εδώ πλέον λειτουργεί αυστηρά η υποτροπή. Σε πρώτη υποτροπή το πρόστιμο ανεβαίνει στα 1.000 ευρώ και η άδεια οδήγησης αφαιρείται για 180 ημέρες, ενώ στη δεύτερη υποτροπή το πρόστιμο φτάνει τα 2.000 ευρώ και το δίπλωμα αφαιρείται για ένα έτος.

Άρα ένας οδηγός που αρνείται να σταματήσει σε έλεγχο και στη συνέχεια παραβιάζει κόκκινους σηματοδότες δεν αντιμετωπίζει μία ενιαία «κλήση». Οι επιμέρους πράξεις του μπορούν να βεβαιωθούν και να αξιολογηθούν αυτοτελώς.

Αν στην προσπάθεια διαφυγής παραβιαστεί STOP, χωρίς να προκληθεί ατύχημα, προβλέπεται πρόστιμο 350 ευρώ και αφαίρεση του διπλώματος για 30 ημέρες. Αν όμως από την παραβίαση του STOP προκληθεί τροχαίο ατύχημα, η κύρωση αυξάνεται σε 700 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 60 ημέρες.

Οι υποτροπές είναι ακόμη βαρύτερες. Για παραβίαση STOP χωρίς ατύχημα, η πρώτη υποτροπή μπορεί να οδηγήσει σε πρόστιμο 1.000 ευρώ και αφαίρεση άδειας για 180 ημέρες, ενώ η δεύτερη σε 2.000 ευρώ και αφαίρεση για ένα έτος.

Εάν υπάρχει ατύχημα, τα πράγματα γίνονται ακόμη σοβαρότερα: στην πρώτη υποτροπή προβλέπονται 2.000 ευρώ και αφαίρεση άδειας για τέσσερα χρόνια, ενώ στη δεύτερη το πρόστιμο μπορεί να φτάσει τα 4.000 ευρώ και η αφαίρεση του διπλώματος τα οκτώ χρόνια.

Από την παράβαση στην «απείθεια»

Το μεγάλο λάθος είναι να θεωρήσει κάποιος ότι η άρνηση συμμόρφωσης με αστυνομικό έλεγχο εξαντλείται σε μία κλήση του ΚΟΚ.

Ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά και τη νόμιμη πρόσκληση του αστυνομικού οργάνου, η συμπεριφορά μπορεί να αποκτήσει και ποινική διάσταση.

Το άρθρο 169 του Ποινικού Κώδικα για την απείθεια προβλέπει φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή.

Αυτό σημαίνει ότι από ένα σημείο και μετά ο οδηγός δεν έχει απέναντί του μόνο την Τροχαία και τις διοικητικές κυρώσεις. Μπορεί να σχηματιστεί δικογραφία, να συλληφθεί και να οδηγηθεί στον εισαγγελέα, ανάλογα πάντα με τα αδικήματα που προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά.

Η καταδίωξη αλλάζει τα πάντα

Η σοβαρότερη κλιμάκωση έρχεται όταν η προσπάθεια διαφυγής συνοδεύεται από επικίνδυνη οδήγηση.

Ένας οδηγός που αναπτύσσει πολύ μεγάλη ταχύτητα, κινείται αντίθετα στο ρεύμα, πραγματοποιεί επικίνδυνους ελιγμούς, περνά κόκκινα ή οδηγεί με τρόπο που δημιουργεί κίνδυνο για τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με το άρθρο 290Α του Ποινικού Κώδικα περί επικίνδυνης οδήγησης.

Και εκεί οι συνέπειες είναι άλλης τάξης μεγέθους.

Η νομοθεσία προβλέπει φυλάκιση έως τρία έτη, όταν από συγκεκριμένες μορφές επικίνδυνης οδήγησης μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, και φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, όταν μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο.

Εάν η πράξη έχει ως αποτέλεσμα βαριά σωματική βλάβη ή σημαντική βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις, προβλέπεται κάθειρξη έως 10 έτη.

Εάν υπάρξει θάνατος, η ποινή ανεβαίνει σε κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών, ενώ εάν προκληθεί ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ακόμη και ισόβια κάθειρξη.

Με άλλα λόγια, μερικά δευτερόλεπτα πανικού ή η λανθασμένη απόφαση «δεν σταματάω και φεύγω» μπορούν να οδηγήσουν από ένα διοικητικό πρόστιμο σε κατηγορία κακουργηματικού χαρακτήρα, εφόσον υπάρξουν οι προϋποθέσεις που ορίζει ο Ποινικός Κώδικας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η υπερβολική ταχύτητα, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις κινδύνου, περιλαμβάνεται πλέον και στις συμπεριφορές που μπορούν να ενταχθούν στην επικίνδυνη οδήγηση του άρθρου 290Α.

Στο ποινικό πλαίσιο περιλαμβάνεται οδήγηση σε αυτοκινητόδρομο ή οδό ταχείας κυκλοφορίας με υπέρβαση του ορίου κατά τουλάχιστον 60 χλμ./ώρα, ενώ για λεωφορεία και φορτηγά το αντίστοιχο όριο είναι τουλάχιστον 30 χλμ./ώρα.

Σε κατοικημένη περιοχή ή στο υπόλοιπο οδικό δίκτυο προβλέπεται αντίστοιχα υπέρβαση του ορίου κατά τουλάχιστον 40 χλμ./ώρα, ή 20 χλμ./ώρα για λεωφορεία και φορτηγά, πάντα σε συνδυασμό με τις λοιπές προϋποθέσεις που θέτει η ποινική διάταξη.

Γι’ αυτό μια καταδίωξη με πολύ υψηλές ταχύτητες δεν αντιμετωπίζεται απλώς σαν μια συνηθισμένη κλήση για υπέρβαση ορίου.

Τι γίνεται αν αρνηθεί και αλκοτέστ

Υπάρχει ακόμη μία περίπτωση στην οποία η άρνηση δεν αποτελεί «λύση»: ο έλεγχος μέθης.

Όποιος πιστεύει ότι αρνούμενος να φυσήξει στο αλκοολόμετρο αποφεύγει την απόδειξη της μέθης κάνει σοβαρό λάθος.

Ο ΚΟΚ προβλέπει ότι σε περίπτωση άρνησης υποβολής στον προβλεπόμενο έλεγχο τεκμαίρεται συγκέντρωση αλκοόλ πάνω από τα ανώτατα όρια που ορίζει η σχετική διάταξη. Αυτό οδηγεί στην εφαρμογή των αυστηρότερων προβλεπόμενων κυρώσεων για τη συγκεκριμένη κατηγορία.

Στην περίπτωση αυτή προβλέπεται διοικητικό πρόστιμο 1.200 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για έξι μήνες, ενώ υπάρχουν και ποινικές συνέπειες σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις.

Άρα το «δεν κάνω αλκοτέστ» όχι μόνο δεν αποτελεί διέξοδο, αλλά μπορεί να επιδεινώσει δραματικά τη θέση του οδηγού.

Τα πρόστιμα μπορούν να συσσωρευτούν

Εδώ βρίσκεται και μία από τις σημαντικότερες λεπτομέρειες που συχνά παραβλέπεται. Η φυγή από έναν αστυνομικό έλεγχο δεν δημιουργεί απαραίτητα μία και μοναδική παράβαση.

Εάν κατά τη διάρκεια της καταδίωξης ο οδηγός αγνοήσει την υπόδειξη του τροχονόμου, παραβιάσει κόκκινο σηματοδότη, περάσει STOP, κινηθεί με υπερβολική ταχύτητα ή πραγματοποιήσει άλλες παραβάσεις, αυτές μπορούν να βεβαιωθούν σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις.

Παράλληλα, διαφορετικό είναι το διοικητικό και διαφορετικό το ποινικό σκέλος. Η πληρωμή των προστίμων του ΚΟΚ δεν εξαφανίζει μια ενδεχόμενη ποινική ευθύνη για απείθεια ή επικίνδυνη οδήγηση.

Η αλληλουχία, λοιπόν, είναι ξεκάθαρη.

Το πρώτο σήμα της Τροχαίας απαιτεί άμεση συμμόρφωση. Η απλή μη συμμόρφωση μπορεί να σημαίνει 150 ευρώ και 20 ημέρες χωρίς δίπλωμα.

Αν ο οδηγός επιχειρήσει να διαφύγει, όμως, κάθε επόμενη κίνησή του μπορεί να επιβαρύνει τη θέση του. Ένα κόκκινο σημαίνει 700 ευρώ και 60 ημέρες χωρίς δίπλωμα. Ένα STOP μπορεί να προσθέσει 350 ευρώ, ή 700 ευρώ εφόσον προκληθεί ατύχημα. Η άρνηση αλκοτέστ μπορεί να οδηγήσει στις βαρύτατες κυρώσεις που προβλέπει ο ΚΟΚ, ενώ η επικίνδυνη οδήγηση μπορεί να μεταφέρει πλέον την υπόθεση από το μπλοκάκι της Τροχαίας στην ποινική Δικαιοσύνη.

Και αν κατά τη φυγή τεθεί σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή, ακόμη χειρότερα, υπάρξει σοβαρός τραυματισμός ή θάνατος, τότε δεν μιλάμε πλέον για μια «τροχαία παράβαση». Μιλάμε για μία υπόθεση που μπορεί να επισύρει πολυετείς ποινές κάθειρξης.

Γι’ αυτό και το ασφαλέστερο –και νομικά αυτονόητο– είναι ένα: όταν αστυνομικός ή τροχονόμος δίνει σαφές σήμα στάσης, ο οδηγός σταματά με ασφάλεια.

Γιατί τα 150 ευρώ μπορεί να είναι μόνο η αρχή.

Πηγή: newsauto.gr